Η απόκτηση κοριτσιού δεν έφερνε ευχαρίστηση στην οικογένεια , ιδιαίτερα στον πατέρα. Τα κορίτσια παντρεύονταν συνήθως από τα 18 .
Αν ο γάμος γινόταν από συνοικέσιο , λαμβανόταν η γνώμη της κόρης. Αν η κόρη ακολουθούσε τον εκλεκτό της χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών της, τότε αποξενωνόταν.
Όταν η γυναίκα αποκτούσε γιο, τότε ο σύζυγός της την αγαπούσε περισσότερο. Αν όμως η γυναίκα δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, αποκαλούνταν «τράγος».
Όταν επρόκειτο να γίνει αρραβώνας, ο προξενητής πήγαινε στο σπίτι της νύφης και τη ζητούσε από τον πατέρα της. Ο πατέρας της συνέτασσε τότε την «εγκλαβή» (ένα χαρτί που έγραφε την προίκα που έδινε στην κόρη του). Ο προξενητής έπαιρνε την εγκλαβή και την πήγαινε στο γαμπρό. Αν συμφωνούσε , ξανάστελνε τον προξενητή στον πατέρα της νύφης , για να του το ανακοινώσει. Αν δε συμφωνούσε με την προίκα, τότε ξανάστελνε τον προξενητή στον πεθερό του, για να του αναγγείλει τι ζητά ακόμη. Αν ο πεθερός έδινε αυτά που ήθελε ο γαμπρός , τα έγραφε σε νέα «εγκλαβή», την οποία την υπέγραφαν και 2 μάρτυρες. Από εκείνη την ημέρα και μετά, ο γαμπρός μπορούσε να μπαινοβγαίνει στο σπίτι της νύφης ελεύθερα. |