H λειψυδρία που βασάνιζε το χωριό και τους κατοίκους του, αναφέρεται ως η μόνη περιγραφή του περιηγητή για τ' Αυγώνυμα με το χαρακτηριστικό ειρωνικό στίχο (που μέχρι σήμερα λέγεται):
Τα' Αυγώνυμα' ν' καλό χωριό μα' χουν ένα ψεγάδι
Ώσπου να βάλουν το νερό καίγεται το τσουκάλι.
Το γεγονός αυτό είναι μια ακόμη ένδειξη για την επιλογή των θέσεων των οικισμών σύμφωνα με τις ανάγκες άμυνας του νησιού και όχι αναλόγως της γονιμότητας της γης ή την ύπαρξη πηγών κ.λ.π.
Τα παλιά χρόνια (19ος αι.) οι Αυγωνυμούσοι ήταν πράτες, μεταπράτες, έμποροι της εποχής, πηγαίνοντας με τα μουλάρια τους στα βορειόχωρα και αγοράζοντας όλη την αγροτική παραγωγή την οποία συσκεύαζαν. Ορισμένα είδη τα μεταποιούσαν ελαφρά και τα μεταπουλούσαν στη Χώρα μέχρι και μετά το Β' Π. Πόλεμο. Το χωριό είχε υπαίθριο υφαντήριο με τέσσερις τουλάχιστον αργαλειούς, όπου κατασκεύαζαν εκτός από υφάσματα και χαλιά τσουβάλια για το εμπόριο (αφήγ. Μαρίας Δροσινού). Στο βιβλίο του περιηγητή H. Pernot 1901 υπάρχει φωτογραφία γυναικών που υφαίνουν χαλί.
Όταν το χωριό απέκτησε οδικό δίκτυο, οι περισσότεροι Αυγωνυμούσοι έγιναν καρβουνιάρηδες, τέχνη που ήξεραν ακόμα και οι γυναίκες. Καμίνια στήνουν μέχρι και σήμερα σε μέρη που τα λένε καμινότοπους. Τη δεκαετία του 70 και μετά, πολλοί Αυγωνυμούσοι εργάζονταν στο λιμάνι και ήταν μέλη του Σωματείου Φορτοεκφορτωτών.
Οι πρώτοι Αυγωνυμούσοι μετανάστευσαν στην Αμερική το 1916 και από τότε πολλές οικογένειες έφυγαν από το χωριό για μια νέα τύχη. Μεταπολεμικά, πολλοί απ' αυτούς στη Νέα Υόρκη έμαθαν να φτιάχνουν λουκουμάδες (doughnuts) από τους συχωριανούς τους Αντώνη και Νίκο Στυλ. Μενδώνη που έφτασαν εκεί στις αρχές της δεκαετίας του '50. Στην Αμερική ζουν ακόμα πολλές οικογένειες, περισσότερες απ' ότι στο χωριό. |

 |