Μετά τον 18ο αιώνα φαίνεται ότι οι Αναβατούσοι επιβιώνουν στο άγονο και ορεινό χωριό τους εργαζόμενοι ως υλοτόμοι - κάτι που έκαναν μέχρι και τελευταία – και ως εργάτες στα Οθωμανικά κρατικά ναυπηγεία της Πόλης. Η αμοιβή των εργαζομένων έφθανε στις οικογένειές τους που έμεναν στο χωριό μέσω των γερόντων του Αναβάτου που την παρελάμβαναν από τη Δημογεροντία της χώρας.
Η ζωή των κατοίκων κυλούσε αρμονικά έως τη σφαγή της Χίου το 1822. Όσοι σώθηκαν από το θλιβερό γεγονός, διατήρησαν το χωριό στη ζωή, όμως η θεομηνία του σεισμού το 1881 βύθισε στο πένθος το χωριό. Για τρίτη φορά οι χωρικοί φύτεψαν τον ταλαίπωρο οικισμό τους. Κατά τον πρώτο διωγμό το 1918 έφθασαν πολλοί μικρασιάτες και ασχολήθηκαν με τις καλλιέργειες καπνού.
Οι Αναβατούσοι , όπως είπαμε και παραπάνω, ήταν πολύ καλοί υλοτόμοι. Αυτό το γνώριζαν οι Τούρκοι και τους έστελναν για αγγαρεία στην Αλικαρνασσό. Οι Αναβατούσοι, για να γλιτώσουν από την αγγαρεία, παράταγαν τα τσεκούρια τους και γίνονταν ιερείς , μαθαίνοντας μερικές προσευχές και έβγαζαν το ψωμί τους σαν περιπλανώμενοι ιερείς.
Ο μαρασμός που απλώθηκε στο Μεσαιωνικό Ανάβατο οφείλεται στις σφαγές του 1822 από τους Τούρκους. Κατά την Μ. Πέμπτη του 1822 οι Τούρκοι αιχμαλωτίζουν, σφάζουν και πυρπολούν. Οι νησιώτες εξαπολύονται στα μακρινά παράλια του νησιού με την ελπίδα της φυγής για σωτηρία. Πολλοί Χιώτες προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στις μονές του Αγ. Μηνά και της Νέας Μονής, ενώ άλλοι καταφεύγουν στον Ανάβατο ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Λυκούργος Λογοθέτης από τη Σάμο που ξεσήκωσε τους Χιώτες. Οι 1000 υπερασπιστές άνδρες, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι – με όλες τις δυνάμεις τους προσπαθούν να αποτρέψουν τη βεβήλωση του Αναβάτου. Οι νησιώτες μάχονταν με σθένος. Η εξαιρετική οχύρωση του χωριού ήταν στην πραγματικότητα ο σπουδαιότερος λόγος που άντεξε στις επιθέσεις των Τούρκων. Ο οπλισμός τους ήταν άθλιος , πέταγαν πέτρες μέχρι και κυψέλες από μελίσσια. Οι Σαμιώτες δυστυχώς δε βοήθησαν , αν και είχαν πυρομαχικά. Σαν να μην έφτανε αυτό ο Λυκούργος Λογοθέτης , πήρε τους Σαμιώτες και κατέβηκαν στην Ελίντα, όπου εκεί περίμενε η χιώτικη γολέτα του καπετάν Κεφάλα, για να παραλάβει τα γυναικόπαιδα του Αναβάτου. Ο Λογοθέτης για να σωθεί ο ίδιος και οι Σαμιώτες του, εμπόδισε τον καπετάν Κεφάλα να πάρει τους Αναβατούσους. Την επόμενη μέρα, Δευτέρα του Θωμά, «εμαύρισεν ο τόπος» από τους Τούρκους κατά τη δεύτερη επίθεσή τους (η πρώτη είχε αποτύχει). Οι Τούρκοι έσφαξαν ανελέητα τα γυναικόπαιδα , εκτός από κάποια που τα οδήγησαν στα σκλαβοπάζαρα. Όσα γυναικόπαιδα κατέφυγαν στην εκκλησία του Ταξιάρχη , κάηκαν ζωντανά από τους Τούρκους, που πυρπόλησαν την εκκλησία. Άλλοι Χιώτες, κατέφυγαν και έπεσαν στη Νοτιοδυτική χαράδρα του χωριού για να σώσουν τουλάχιστον την τιμή τους. Οι λεηλασίες στις εκκλησίες και τα σπίτια ήταν δίχως προηγούμενο.
Ύστερα από την επανάσταση του 1822 αρκετοί Αναβατούσοι κατέβηκαν στη Χίο, εργάστηκαν στα ναυπηγεία της και έγιναν περιζήτητοι τεχνίτες. Μάλιστα Ο Σουλτάνος ήταν τόσο ευχαριστημένος μαζί τους , που χάρισε τους φόρους στο χωριό . |