Η κατάκτηση του νησιού από το ναύαρχο Συμεών Βινιόζο εκ μέρους της Δημοκρατίας της Γένουας σηματοδότησε τη μετανάστευση Γενουατών πολιτών στη Χίο, οι οποίοι έλαβαν κτήματα για να εγκατασταθούν μόνιμα στο νησί. Χωρίς αμφιβολία οι Γενουάτες δεν έφτασαν στη Χίο με σκοπό να γίνουν γεωργοί η φεουδάρχες ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Η πλειοψηφία ενδιαφερόταν για την Ανατολή γενικότερα και για τη Χίο ειδικότερα, γιατί αυτά τα μέρη αποτελούσαν εμπορικούς σταθμούς με τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη. Οι Γενουάτες έθεσαν τα οικονομικά δεδομένα βασιζόμενοι στις εμπορικές τους δραστηριότητες και πολύ σύντομα η οικονομική ζωή της Χίου ξεκίνησε να αναπτύσσεται ραγδαία. Τα κατώτατα κοινωνικά στρωματά είχαν ως κύρια ασχολία τους την καλλιέργεια της γης και τη διαχείριση μικρών επιχειρήσεων που βασίζονταν σε παραδοσιακές τέχνες και στη χειροτεχνία. Ωστόσο, οι ευγενείς και από τις δυο πλευρές ασχολήθηκαν με το εμπόριο, επικεντρώνοντας τις προσπάθειες τους στη μαστίχα, το μετάξι και το βαμβάκι. Ασφαλώς ο Γενουατικός πληθυσμός που έφτασε στο νησί μετέφερε και τη τεχνογνωσία του στις διάφορες τέχνες και στη βιοτεχνία και τα πιο διακεκριμένα μέλη του συμμετείχαν στη διοίκηση του νησιού.
Ωστόσο, πολύ γρήγορα οι γηγενείς Έλληνες επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τους Γενουάτες κατοίκους, οι οποίοι σταδιακά υιοθέτησαν τους τρόπους, τα τοπικά έθιμα και τον τοπικό κώδικα ένδυσης και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η εξελληνισμένη στάση ορισμένων Γενουατών συνοδεύτηκε από το κοινωνικό φαινόμενο των μεικτών γάμων μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων. Παραδείγματα Γενουατικών οικογενειών που συνδέθηκαν με Ελληνικές οικογένειες με μεικτούς γάμους ήταν οι Σαλβάγκο (βλεπε φωτο 5), οι Γκριμάλντι και οι Καζανόβα, ενώ διακεκριμένες Ελληνικές οικογένειες όπως οι Κορέσσηδες και οι Αργέντηδες (βλεπε φωτο 6) έπραξαν το ίδιο.
Τα κοινά συμφέροντα μεταξύ της Ελληνικής αριστοκρατίας των Αρχόντων όπως ονομάζονταν και των Μαονιτών ενισχύθηκαν από την έλλειψη πολιτικής και στρατιωτικής αντίδρασης αλλά και υποστήριξης προερχόμενης από την Κωνσταντινούπολη. Η γηγενής αριστοκρατία πολύ σύντομα αντιλήφθηκε ότι είχαν παραμείνει αβοήθητοι από τις Βυζαντινές αρχές, που σταδιακά παράδωσαν το νησί στους Γενουάτες. Αναπόφευκτα, το κύριο μέλημα τους έγινε να διατηρήσουν τους τίτλους και τα υπάρχοντα τους στο νησί. Οι Σκυλίτσηδες είχαν ακίνητη περιουσία στην περιοχή του Εγκρεμού και στα Κουκουνάρια στον Κάμπο. Οι Αγέλαστοι στο χωριό Κοινή, στο Γκιάτσο και στο Φραγκοβούνι (βλέπε φωτο 7 Εκκλησία Αγελάστων). Οι Αργέντηδες είχαν εγκατασταθεί σε διαφορετικές τοποθεσίες στον Κάμπο, όπως στο Τάλαρος και στην περιοχή της Βλαταριάς κοντά στο κάστρο. Οι Κορέσσηδες διέθεταν έναν οχυρωμένο πύργο στο Λιθί και κτήματα στον Κάμπο. Οι Γενουάτες από την άλλη δεν αναμείχθηκαν, όσο μπορούσαν, στα Ελληνικά συμφέροντα και σεβάστηκαν τη θέση, την πίστη και τα προνόμια της τοπικής αριστοκρατίας, διατηρώντας ή ακόμα και αυξάνοντας το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων. Κυβέρνησαν το νησί με σύνεση και η κατάχρηση της πολιτικής τους δύναμης σε βάρος των Ελλήνων ήταν περιορισμένη.
Στο χρυσό βιβλίο (libro d’oro) της Γένουας περιέχονται ονόματα ορισμένων Χιακών οικογενειών Ελληνικής καταγωγής εγγεγραμμένα σε κάποιες από τις 28 φατρίες- Alberghi που διατηρούσαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στη διοίκηση της Δημοκρατίας μετά το 1528. Αυτές οι οικογένειες είχαν αποκτήσει δεσμούς αίματος με μερικές από τις Γενουατικές οικογένειες ευγενών μέσω μεικτών γάμων. Για παράδειγμα, στη φατρία των Κάλβι ήταν εγγεγραμμένη η οικογένεια των Κορέσσηδων (το όνομα Καλβοκορέσσης προέκυψε από αυτή την ένωση), οι Καζανόβα έγιναν μέλη της φατρίας των Σαουλί, οι Αργέντηδες των Τζεντίλε και οι Πατέριο με το Albergο των Γκριμάλντι. |