Χίος, η τελευταία Γενουατική αποικία στην Ανατολή.
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης φυσικά προκάλεσε την απώλεια της Γενουατικής αποικίας του Πέραν. Οι Γενουάτες, θορυβημένοι από τα γεγονότα που ακολούθησαν την πολιορκία, έστειλαν απεσταλμένους να παραδώσουν την αποικία τους στο Σουλτάνο. Αφού επαίνεσαν και συνεχάρησαν το Σουλτάνο για την επιτυχία, του ζήτησαν να ανανεώσει τη συμφωνία που είχαν με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, εξαίροντας την παλιά φιλία μεταξύ της Δημοκρατίας της Γένουας και των Τούρκων. Ο θριαμβευτής Σουλτάνος Μωάμεθ ο Β' τους συμπεριφέρθηκε με έντονο θυμό και περιφρόνηση, λόγω της συμμετοχής που είχαν οι Γενουάτες στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της πολιορκίας στο πλευρό των Ελλήνων. Αρνήθηκε να αναγνωρίσει οποιαδήποτε προηγούμενη συμφωνία και επέβαλλε νέους όρους στους Γενουάτες.
Το Πέραν ήταν μακράν η πιο σημαντική Γενουατική αποικία στην Ανατολή που μέχρι τότε την διαχειριζόταν Γενουάτης κυβερνήτης, παρότι ήταν μέσα στην Ελληνική επικράτεια. Η απώλεια αυτής της αποικίας είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα στο πολιτικό γόητρο της Γένουας και αύξανε τον κίνδυνο απώλειας περισσοτέρων εδαφών από τον ανικανοποίητο, νέο και πολύ φιλόδοξο Σουλτάνο. Ήταν προφανές ότι η Δημοκρατία δεν ήταν σε θέση να προστατέψει τη Χίο από τον κίνδυνο του Σουλτάνου, ο οποίος βέβαια δε θα ανεχόταν τη Γενουατική παρουσία για πολύ χρόνο ακόμα, παρότι είχε συμφωνηθεί να καταβάλεται φόρος υποτέλειας ο οποίος ήταν ικανοποιητικός για το θησαυροφυλάκιό του. Η Γενουατική κυβέρνηση πίστευε ότι η Χίος ήταν μια πολύτιμη αποικία και εμπορικός σταθμός που συνέδεε τη Γένουα με τις αποικίες της στη Μαύρη θάλασσα, οι οποίες είχαν επίσης αβέβαιο μέλλον δοθέντος ότι οι Τούρκοι είχαν πλέον υπό τον έλεγχό τους τα Δαρδανέλια μετά την κατάκτηση του Πέραν. Ο πραγματικός λόγος που είχαν να διατηρούν τη Χίο υπό τον έλεγχό τους πέραν της στρατηγικής της σημασίας ήταν το εμπορικό συμφέρον που προέκυπτε από την εκμετάλλευση του νησιού.
Τα οχυρωματικά έργα του νησιού δεν ήταν επαρκή, για να αντέξουν μια επίθεση παρόμοιας κλίμακας με αυτή της Κωνσταντινούπολης. Οι Μαονίτες, γνώστες της κατάστασης, αποφάσισαν να ενισχύσουν την άμυνα της πόλης της Χίου με επιπρόσθετα τείχη μεγαλύτερης δύναμης πρόσκρουσης και πάχους καθώς και με επιπλέον πύργους. Τα απαιτούμενα έξοδα ήταν πέραν της διαθεσιμότητας του θησαυροφυλακίου τους με δεδομένο ότι είχαν να πληρώσουν το φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο και στη Γένουα. Η αίτηση των Μαονιτών να αυξήσουν τα εισοδήματά τους με την αύξηση των εμπορικών φόρων εξετάσθηκε από το Δόγη και το συμβούλιό του το Δεκέμβριο του 1454 και έγινε αποδεκτό για όσο χρονικό διάστημα έπρεπε να πληρώνουν την εισφορά στο Σουλτάνο. Το καλοκαίρι του 1455, οι Τούρκοι με έναν πανίσχυρο στόλο πολιόρκησαν την πόλη της Ρόδου και ζήτησαν από τους Ιωαννίτες Ιππότες να πληρώσουν φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο. Το εγχείρημα τους ήταν ανεπιτυχές και ως αποτέλεσμα αυτής, η αποστολή τους στράφηκε εναντίον της Χίου. Ο ναύαρχος του στόλου, Χαμζά Μπεγκ, αξίωσε την πληρωμή 40.000 δουκάτων, τα οποία οι Μαονίτες απέρριψαν δείχνοντας εμπιστοσύνη στη φρουρά που διέθεταν για την άμυνα του νησιού. Ο Χαμζά παρατήρησε ότι το νησί ήταν καλά προετοιμασμένο για να αντισταθεί σε κάθε είδους επιθέσεις και αποφάσισε να καλέσει μια αντιπροσωπεία Μαονιτών με σκοπό να διαπραγματευτεί μαζί τους. Οι δυο απεσταλμένοι των Μαονιτών αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν μακριά από το νησί μαζί με τους Τούρκους που απέπλευσαν με προορισμό την Κω. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Κω για 20 ημέρες χωρίς καμία επιτυχία και στην επιστροφή συνέχισαν να παρενοχλούν τη Χίο που τους απώθησε με επιτυχία βουλιάζοντας μάλιστα μια από τις γαλέρες του στόλου. Ο Σουλτάνος απείλησε να στείλει νέο στόλο κατά της Χίου και τελικά ένας συμβιβασμός επιτεύχθηκε ανάμεσα στις δυο πλευρές με την καταβολή αυξημένης εισφοράς 30.000 δουκάτων ετησίως.
Οι Μαονίτες αισθανόμενοι την πίεση από τη ραγδαία αναπτυσσόμενη Τουρκική απειλή ζήτησαν βοήθεια από τη Γένουα και από τον Πάπα Κάλλιστο τον 3ο. Στο γράμμα που έστειλαν τόνιζαν το γεγονός ότι ήταν ανίκανοι από μόνοι τους να αντέξουν στη συντριπτική υπεροχή των στρατιωτικών δυνάμεων του Μωάμεθ του Β'. Η απάντηση του Πάπα ήταν ενθουσιώδης και επαινετική σχετικά με τον τρόπο που οι Μαονίτες είχαν καταφέρει να χειριστούν την Τουρκική προέλαση στην Ανατολή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο, ο Πάπας προσέφερε μόνο πνευματική βοήθεια στους θαρραλέους υπερασπιστές με τη χορήγηση πλήρους άφεσης αμαρτιών.
Η μητέρα πατρίδα όμως πρόσφερε πιο ουσιαστική βοήθεια. Στις 18 Νοεμβρίου του 1455 ο Δόγης και το Συμβούλιο του αποφάσισαν να στείλουν δυο πλοία και τουλάχιστον 500-1000 άνδρες, αλλά ακόμα και αυτή η μέτρια αποστολή δεν μπορούσε εύκολα να υποστηριχθεί οικονομικά από το δημόσιο ταμείο. Γι’ αυτό το λόγο, οι Γενουάτες ζήτησαν την υποστήριξη άλλων Χριστιανών ηγεμόνων στη Δύση και πιο συγκεκριμένα του Ερρίκου του ΣΤ' της Αγγλίας στην αγωνιώδη προσπάθειά τους κατά του εχθρού της Πίστης. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν έγκαιρα όλες τις προετοιμασίες και αντέδρασαν με την οργάνωση μιας πειθαρχικής εκστρατείας στη Χίο αποτελούμενης από είκοσι τριήρεις υπό τις οδηγίες του Ιανούς Μπεγκ. Παρότι ο στόλος ενοχλήθηκε και εμποδίστηκε σοβαρά από μια ανεμοθύελλα, οι Τούρκοι κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τη Νέα Φώκαια που κυβερνούσε ο Πάρις Ιουστινιάνης. Λεηλάτησαν τις Γενουατικές περιουσίες, βίασαν αγόρια και κορίτσια και οι περισσότεροι από τους ενήλικες πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Οι κάτοικοι της Νέας Φώκαιας δοκίμασαν την ίδια αγριότητα, αλλά οι Μαονίτες τους έσωσαν πληρώνοντας μια αποζημίωση 30.000 δουκάτων για τις Τουρκικές απώλειες κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ένα επιπλέον ποσό 10.000 δουκάτων που χρεώθηκε ετησίως ως αύξηση του φόρου υποτέλειας στο Σουλτάνο.
Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Β' ο Πορθητής σημείωσε μια σειρά εκστρατειών κατά των αντιπάλων του στην Ανατολική Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Νίκησε σε μια σειρά μαχών στη Βλαχία, στη Σερβία, στη Βοσνία, στη Σινώπη και στην Τραπεζούντα. Το καλοκαίρι του 1462, ο Σουλτάνος οργάνωσε μια ναυτική εκστρατεία στο Αιγαίο στέλνοντας έναν Τουρκικό στόλο 150 πλοίων με σκοπό να ενοχλήσουν τους Ιταλούς κυρίαρχους και κατοίκους μερικών νησιών. Ο στόλος επιτέθηκε στη Μυτιλήνη που κυβερνούσε ο Νικόλαος Γατιλούζιο. Το νησί της Λέσβου αμύνθηκε με ανδρεία, αλλά μετά από πολιορκία 15 ημερών οι Ελληνο-Γενουάτες υπέκυψαν. Αρχικά, οι Τούρκοι εγγυήθηκαν τη ζωή του χριστιανικού πληθυσμού, αλλά δεν κράτησαν το λόγο τους. Άσκησαν τη συνηθισμένη τους αγριότητα και επέβαλαν σε θρησκευτικό προσηλυτισμό στο Ισλάμ όλους τους νέους του νησιού που στρατολογήθηκαν ως Γενίτσαροι στο στρατό του Σουλτάνου. Τα κορίτσια παραχωρήθηκαν στους Τούρκους αξιωματικούς και οι μεσήλικες πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Όλοι οι αμυνόμενοι υπερασπιστές, χωρίς καμία διάκριση σε Έλληνες ή Ιταλούς, θανατώθηκαν με ανασκολοπισμό και ο κυβερνήτης Γατιλούζιο με όλα τα μέλη της τοπικής διοίκησης και τους ευγενείς του νησιού μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου και στραγγαλίστηκαν. Όλα αυτά έλαβαν χώρα υπό τη διακριτική παρουσία του Βενετικού στόλου, που αρνήθηκε να μεσολαβήσει, αν δεν τους προκαλούσαν ανοικτά.
Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο γειτονικό νησί δημιούργησαν πανικό και τρόμο στη Χίο. Οι Μαονίτες έκαναν έκκληση στη Γενουατική κυβέρνηση για βοήθεια. Αποφασίστηκε από το Δόγη Λουδοβίκο Καμποφρεγκόζο και τη Γερουσία σε συνεργασία με το Officium Chii να αποστείλουν 150 άνδρες οπλίτες μαζί με έναν ικανό υψηλό αξιωματικό να οργανώσει την άμυνα του νησιού. Το 1463, ο νέος Δόγης Πάολο Καμποφρεγκόζο και το συμβούλιό του αντιλήφθηκαν ότι οι επιπλέον επιβαλλόμενοι φόροι για την άμυνα της Χίου δεν ήταν επαρκείς και ότι χρειαζόταν τουλάχιστον το διπλό ποσό για να διατηρηθεί μια μικρή αμυντική δύναμη 300-400 ανδρών στο νησί. Συνεπώς ήταν υποχρέωση των Μαονιτών να εξασφαλίσουν το υπόλοιπο ποσό, καθώς η άμυνα του νησιού ήταν η πρωταρχική τους ευθύνη σύμφωνα με τη συμφωνία που είχαν κάνει με τη Γενουατικη κυβέρνηση. Οι Μαονιτες όμως ήταν ανίκανοι να καλύψουν τα έξοδα μόνοι τους , γιατί μέχρι τότε είχαν επωμιστεί το κόστος συντήρησης των οχυρώσεων και φυσικά το φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο. Η Δημοκρατία ήταν πεπεισμένη ότι ένας νέος επιπρόσθετος φόρος έπρεπε να επιβληθεί. Οι Μαονίτες επίσης ζήτησαν άδεια να οργανώσουν ένα γραφείο διαχείρισης των αποθεμάτων τροφίμων και ένα άλλο γραφείο διαχείρισης της άμυνας του νησιού, δυο αρχές που θα ήταν υπεύθυνες για το χειρισμό κρίσιμων καταστάσεων που θα προέκυπταν σε περίπτωση πολέμου. Οι παρακλήσεις των Μαονιτών έγιναν δεκτές και μια μόνιμη φρουρά, τουλάχιστον 300 ανδρών, εγκαταστάθηκε.
Το φθινόπωρο του 1468, οι Τούρκοι άρχισαν να προετοιμάζουν ένα στόλο για να επιτεθούν στους Βενετούς στο Αιγαίο και νωρίς τον επόμενο χρόνο, ένα Τουρκικό τελεσίγραφο παρουσιάστηκε στους Μαονίτες που τους διέταζε να υπακούσουν στις εντολές του Μαχμούτ Πασά και να στείλουν άμεσα 60 τεχνίτες στην Καλλίπολη σε ένα χώρο συγκέντρωσης και επισκευής πλοίων. Οι Μαονίτες σε κατάσταση πανικού έστειλαν στο Σουλτάνο έναν απεσταλμένο να πληρώσει το συμφωνημένο φόρο και ταυτόχρονα επικοινώνησαν με τους Βενετούς ζητώντας τους να κρατήσουν όλα τους τα πλοία σε Βενετικά λιμάνια. Στη Χίο, η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή και ο κόσμος δεν ήταν ενωμένος κατά του εχθρού. Μια συνομωσία παράδοσης του νησιού στους Τούρκους αποκαλύφθηκε και οι οργανωτές ομολόγησαν την ενοχή τους. Ήταν ξεκάθαρο ότι η δημόσια ζωή της Χίου είχε δηλητηριαστεί από προσωπικά μίση. Ήταν γνωστή στη διοίκηση η στάση κάποιων Μαονιτών, αλλά είχαν επιδείξει ανοχή σε πολλές καταχρήσεις λόγω της πίεσης που ασκούσαν οι πολιτικές καταστάσεις. Επίσης υπενθυμίστηκε στους Μαονίτες ότι είχαν την ευθύνη και το καθήκον να υπερασπιστούν το νησί σύμφωνα με τις συμφωνίες που είχαν υπογράψει ως προσωρινοί κάτοχοι του νησιού, του οποίου η κυριαρχία ανήκε στη Δημοκρατία της Γένουας. Οι Μαονίτες είχαν χάσει τον έλεγχο της διοίκησης της Χίου, γιατί είχαν επιδείξει ανεκτικότητα σε πολλές παράνομες πράξεις που είχαν μείνει ατιμώρητες. Ο νέος κυβερνήτης Ιωάννης Φραγκίσκος Ιουστινιάνης διατάχθηκε να αναφέρει όλες τις άνομες πράξεις που μέχρι τότε λάμβαναν χώρα, όπως κλοπές, ανθρωποκτονίες και πολλές άλλες εκδηλώσεις βίας που είχαν μείνει ατιμώρητες, στη Γενουατική κυβέρνηση.
Το 1470 ο Μωάμεθ ο Β' κάνοντας χρήση χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων οργάνωσε μια επίθεση στην Εύβοια. Οι Βενετοί αντιστάθηκαν σε τέσσερις επιθέσεις, αλλά η πρωτεύουσα Χαλκίδα έπεσε στα χέρια του Σουλτάνου, ενώ περίμεναν ενισχύσεις. Τα νέα για την κατάληψη της Χαλκίδας από τους Τούρκους προκάλεσαν ταραχή στη Γένουα και οι συναντήσεις με σκοπό την άμυνα του νησιού ήταν ατελείωτες. Οι Μαονίτες σε μια απόπειρα καλής θέλησης προσφέρθηκαν να παραδώσουν στην κυβέρνηση όλες τις μετοχές τους από τη Μαόνα στην περίπτωση που δεν ήταν συνεπείς με τις συμφωνίες που είχαν με τη Γένουα, περιμένοντας σε αντάλλαγμα να προστατευτούν από την κυβέρνηση που θα μπορούσε να τους εγγυηθεί την ασφάλεια και την ατομική τους περιουσία στη Χίο. Η Δημοκρατία είχε ξεκάθαρα χάσει την εμπιστοσύνη της στους Μαονίτες. Οι μάταιες απόπειρες να αλλάξουν την τύχη του νησιού με ατέρμονες συζητήσεις δε θα μπορούσαν να είναι επιτυχείς, γιατί κατέληγαν στις ίδιες ιδέες και επιχειρήματα και από τις δυο πλευρές.
Η κοινότητα επέμενε ότι οι Μαονίτες ήταν υπεύθυνοι για την άμυνα του νησιού και οι Μαονίτες απαντούσαν ότι οι δυνατότητες τους ήταν περιορισμένες από τους οικονομικούς τους πόρους. Τελικά, επιτεύχθηκε μια συμφωνία που περιελάμβανε τη μεταφορά 300 οπλιτών στη Χίο για τη άμυνά της το 1475 με την αρωγή του Χριστόφορου Καττάνεο, του Λεονάρδου Τσιβού και του Γερόλαμου Σπινόλα ντι Ντομίνικο που μεταφέρθηκαν με τρία πλοία του Πέτρου Ιουστινιάνη, του Μπαλντασσάρε Δόρια και του Ανδρέα ντα Πασσάνο. Η κοινότητα εμπιστεύθηκε αυτές τις στρατιωτικές δυνάμεις και το πολεμικό τους υλικό στους Μαονίτες που υποσχέθηκαν να τις χρησιμοποιήσουν με φρόνηση και προς όφελος της άμυνας του νησιού και μόνο. Επιπλέον, τον Απρίλιο του 1475 αποφασίστηκε να σταλούν 235 άνδρες επιπλέον και τον Ιούνιο όλες οι Γενουατικές δυνάμεις έφτασαν στη Χίο.
Οι Τούρκοι είχαν ήδη αρχίσει να εξαπλώνονται δυτικά και φαινόταν αδύνατο να τους σταματήσουν, παρότι οι Μαονίτες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προετοιμάσουν το νησί για μια μάχη κατά των απίστων. Υπάρχουν μαρτυρίες από αμερόληπτους περιηγητές και εμπόρους της εποχής που επιβεβαιώνουν τις προετοιμασίες και τα οχυρωματικά έργα που λάμβαναν χώρα. Το Γενουατικό ηθικό είχε συντριβεί μετά την πτώση του Καφφά και η Δημοκρατία έκανε ό,τι μπορούσε για να υποστηρίξει τους Μαονίτες. Ακόμα και ένας απεσταλμένος απευθύνθηκε στο Βατικανό σε μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί κάποια στήριξη από τον Πάπα, τονίζοντας τις καταστροφικές επιπτώσεις που θα είχε η πτώση της Χίου στη Χριστιανοσύνη. Οι ωμότητες που διαπράχθηκαν από τους Τούρκους στον Καφφά είχαν δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα πανικού στο νησί που δε διέθετε τους πόρους και τα μέσα να αμυνθεί. Επιπλέον, ήταν κοινή παραδοχή ότι οι Τούρκοι διαπραγματεύονταν μια συμφωνία ειρήνης με τη Βενετία, ένα γεγονός που θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τη Χίο.
Για περισσότερο από είκοσι χρόνια η Χίος –η τελευταία Γενουατική αποικία- είχε δοκιμάσει τη μόνιμη Τουρκική απειλή. Η Γένουα δεν ήταν αδιάφορη, αλλά η Δημοκρατία πίστευε ότι παρ' όλες τις απέλπιδες εκκλήσεις για οικονομική υποστήριξη από τους Μαονίτες, υπήρχαν αν όχι πολλά, αλλά σίγουρα αρκετά οικονομικά ποσά σε χέρια ιδιωτών, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άμυνα του νησιού. Το 1476 η κοινότητα της Γένοβας έστειλε τον κυβερνήτη Λεονάρδο Ιουστινιάνη με δυο πλοία και 300 άνδρες που είχαν εντολές να επιθεωρήσουν την τάφρο της πόλης (fossa urbis) και τα αμυντικά έργα και να διαβεβαιώσουν ότι οι Χιώτες αξιοποιούσαν τα δημόσια Γενουατικά κονδύλια με περίσκεψη.
Τον ίδιο χρόνο, το συμβόλαιο μίσθωσης του νησιού τελείωνε και η κοινότητα των Γενουατών έπρεπε να σκεφθεί σοβαρά, αν έπρεπε να την ανανεώσει ή να αποδεσμεύσει το νησί με εξαγορά. Αποφάσισαν ότι δεν ήταν σε θέση να εξαγοράσουν το νησί, γιατί προφανώς δεν μπορούσαν να πληρώσουν το κόστος, συνεπώς η μόνη λύση ήταν να ανανεώσουν τη μίσθωση στη Μαόνα για άλλα είκοσι εννέα χρόνια. Κατά τη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, ενισχύσεις στάλθηκαν στη Χίο και εκκλήσεις για βοήθεια έγιναν στον Πάπα και στη Κοινότητα των Γενουατών. Οι Μαονίτες αγωνίζονταν να πληρώσουν το φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο και η Τουρκική απειλή μόνιμα κορυφωνόταν.
Ο Μωάμεθ ο Β' οργάνωνε τα στρατεύματά του για μια ακόμα γενναία αποστολή, την κατάκτηση της Ρώμης. Πολλοί πίστεψαν ότι προσπαθούσε να αναβιώσει την Αρχαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κάτω από Μουσουλμανική ηγεσία. Το 1480, επιτέθηκε ανεπιτυχώς στο νησί της Ρόδου και οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη τον απώθησαν. Στην επιστροφή παρενόχλησε τη Χίο και απείλησε να επιτεθεί στο νησί, αλλά οι Μαονίτες πλήρωσαν τα 10.000 χρυσά φλορίνια της ετήσιας εισφοράς, πράγμα το οποίο τον ικανοποίησε. Ο Μωάμεθ όμως δεν εγκατέλειψε τα σχέδια του. Επιτέθηκε και κατέκτησε το Οτράντο (Υδρούντας βλέπε χάρτη 2) που αντιστάθηκε για 14 μέρες. Η πόλη λεηλατήθηκε, οι υπερασπιστές της αποκεφαλίστηκαν και οι υπόλοιποι κάτοικοι πουλήθηκαν σκλάβοι σε μια μανιώδη απόπειρα να τρομοκρατήσει την Ευρώπη και ειδικά την Παπική Ρώμη. Οι άπιστοι εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και ο Πάπας Σίστος ο Δ' ενθάρρυνε όλους τους Ιταλούς να ξεχάσουν τις εσωτερικές τους διαμάχες και να απωθήσουν την κοινή απειλή. Ζητήθηκε σε όλους τους Χριστιανούς πρίγκηπες να συνεισφέρουν στον ιερό σκοπό, που πήρε τη μορφή υπογεγραμμένης συμφωνίας σύμφωνα με την οποία η Γένουα έπρεπε να συνεισφέρει πέντε πλήρως εξοπλισμένες γαλέρες με δικά της έξοδα.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο Μωάμεθ ο Β' πέθανε στις 3 Μαΐου του 1481 και η Γένουα άρχισε να κάνει σχέδια για να επανακτήσει τις χαμένες περιοχές του Καφφά, του Πέραν και της Μυτιλήνης. Οι Γενουάτες προσπάθησαν να πείσουν το Βατικανό ότι ήταν σωστό να στείλει το συγκεντρωμένο Παπικό στόλο στην Ανατολή κατά των Τούρκων που βρίσκονταν σε κατάσταση εμφυλίου λόγω της έριδας μεταξύ των γιων του Μωάμεθ για τη διαδοχή. Οι Γενουάτες υποστήριξαν ότι μια προσπάθεια να ανακαταλάβουν τις προηγούμενες αποικίες τους στην περιοχή θα λειτουργούσε στο μέλλον ως μια συμπαγής γραμμή άμυνας για όλη τη Χριστιανοσύνη κατά των Απίστων. Για μια ακόμη φορά, οι Γενουάτες αποδείχθηκαν καιροσκόποι και χωρίς πολιτική συνέπεια και σταθερότητα. Όταν χρειάζονταν την πολιτική ή στρατιωτική υποστήριξη του Πάπα, μπορούσαν στιγμιαία να υιοθετήσουν το τόσο ευνοϊκό για αυτούς δόγμα του σταυρού κατά της ημισελήνου, αλλά όταν τα οικονομικά τους συμφέροντα ήταν κατά των απόψεων ή των διαθέσεων του Πάπα, υποστήριζαν ότι ο Πάπας έπρεπε μόνο να αναμιγνύεται στα εκκλησιαστικά θέματα που αφορούσαν αποκλειστικά το ποίμνιό του.
Ενώ λάμβαναν χώρα αυτά, η Γένουα πληροφορήθηκε από τους Μαονίτες τον Ιούλιο του 1481 ότι ο Βαγιαζήτ είχε νικήσει τον αδερφό του Τιζίμ στον εμφύλιο για τη διαδοχή του θρόνου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε πολύ γρήγορα ανακάμψει και τώρα είχε έναν και μοναδικό ηγέτη. Ήταν τώρα κατά των συμφερόντων των Μαονιτών να προκαλέσουν τους Τούρκους. Γι’ αυτό το λόγο έστειλαν δυο απεσταλμένους, τους Φραγκίσκο και Κασσάνο Ιουστινιάνη, να τιμήσουν το νέο Σουλτάνο. Την ίδια στιγμή, ζήτησαν ένθερμα από τον Πάπα να ακυρώσει τις διαταγές του και να αποσύρει το στόλο που ετοίμαζε να πλεύσει προς τη Χίο κάτω από τις διαταγές του Καρδινάλιου Καμποφρεγκόζο. Οι Τούρκοι του Οτράντο (Υδρούντα) όντας κατά αντιστοιχία υπό την πίεση που βρίσκονταν οι Μαονίτες της Χίου, περικυκλωμένοι όμως από Χριστιανικά κράτη παραδόθηκαν το Σεπτέμβριο του 1481.
Κατά τη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, τα νέα σχετικά με τις Τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες δημιουργούσαν κατά καιρούς συναγερμό στους Μαονίτες που απελπισμένα ζητούσαν βοήθεια από τη Μητέρα Πατρίδα. Κάποιες διοικητικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις έγιναν από τη Γένουα, αλλά οι μόνιμες πολιτικές αναταραχές στη Χίο και στη Γένουα είχαν οδηγήσει σε οικονομικά προβλήματα σχετικά με την αξία του Γενουατικού νομίσματος στη Χίο. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 15ου αιώνα, τρεις φορές, το 1479, το 1484 και το 1498, αναφέρθηκε ότι το νόμισμα είχε χάσει την αντικειμενική του αξία. Η Γενουατική κυβέρνηση έπρεπε να πάρει μέτρα κατά των συνεχόμενων προβλημάτων διολίσθησης του νομίσματος στη Χίο, το οποίο ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για την τοπική οικονομία. Τελικά, το 1498, η κοινότητα διέταξε τους Μαονίτες να αποσύρουν όλα τα χάλκινα νομίσματα που είχαν στην κατοχή τους μέσα σε δύο εβδομάδες χωρίς να λάβουν καμία αποζημίωση, σε μια προσπάθεια να εξαλείψουν τις οικονομικές καταχρήσεις στις οποίες οι Μαονίτες είχαν υποπέσει στο παρελθόν.
Συζητήσεις και προβλήματα σχετικά με το νόμισμα συνεχίστηκαν για περισσότερο από μια δεκαετία μέχρι το 1511. Το Γραφείο Χιακών Υποθέσεων Officium Chii και η κοινότητα της Γένοβας, σε μια προσπάθεια να λύσουν το θέμα, πήραν πολλά μέτρα και εξέδωσαν διακηρύξεις ότι ο κυβερνήτης Podesta’ και οι συγκυβερνήτες στη Χίο έπρεπε να εφαρμόσουν, γιατί πίστευαν ότι αυτά τα μέτρα θα ήταν ευνοϊκά για την ανταγωνιστικότητα του νησιού. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η Χίος δοκίμαζε πολλές απειλές από Τούρκους πειρατές που δελεάζονταν από τον πλούτο και τους φυσικούς και οικονομικούς πόρους του Νότιου μέρους του νησιού (Μαστιχοχώρια, βλέπε χάρτη ΙΙ-διοικητικό χάρτη). Η Μαστίχα ήταν ένα είδος που ήταν πολύ ελκυστικό για τους Τούρκους και το εμπόριο της ήταν πολύ επικερδές. Για να θωρακίσουν την άμυνα του νησιού, οι Γενουάτες εξουσιοδότησαν τέσσερις Γενουάτες εμπόρους τους Θωμά Ντόρια, Χριστόφορο ντε Φερράρι, Λαυρέντιο Λεκαβέλλο και Αυγουστίνο Φατινάτι, να ξοδέψουν ό,τι ήταν αναγκαίο για την άμυνα του νησιού και να καταστήσουν σαφές ότι η παραγωγή της μαστίχας δεν θα διαρπαζόταν. Επίσης δυο εντεταλμένοι του κυβερνήτη της Γένοβας στάλθηκαν σε υπηρεσιακή αποστολή με σκοπό την πάταξη των διοικητικών καταχρήσεων και να λάβουν μέτρα κατά των τόσο συχνών φαινομένων αταξίας και απειθαρχίας κατά της εξουσίας του κυβερνήτη. Σχετικά με την άμυνα, στρατιωτικές δυνάμεις ανακατανεμήθηκαν στα πιο τρωτά σημεία επίθεσης και ο βυθοκόρος καθαρισμός του λιμανιού οργανώθηκε και εκτελέστηκε με επιτυχία. Οι αποφάσεις σχετικά με την άμυνα και τα συνεπαγόμενα έξοδα έπρεπε να ληφθούν ομόφωνα και να τεθούν σε εφαρμογή από μια επιτροπή στην οποία ο κυβερνήτης και συγκυβερνήτες ήταν μέλη.
Στις 15 Ιουνίου 1513, η μίσθωση του νησιού ανανεώθηκε για μια ακόμα περίοδο 29 ετών με τον όρο ότι μια επιτροπή έπρεπε να διοριστεί και να αποφασίσει σε ποιο νόμισμα έπρεπε να γίνει η καταβολή των χρημάτων, καθώς το υποτιμημένο νόμισμα αποτελούσε ακόμα σημείο διαμάχης σε κάθε συναλλαγή. Την ανανέωση του συμβολαίου ακολούθησαν μερικές ουσιαστικές αλλαγές στη διοίκηση, που έγιναν δεκτές με ικανοποίηση και από τις δυο πλευρές, πράγμα το οποίο επανέκτησε την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Μαονιτών και της Γένουας σε μια περίοδο μεγάλης ανασφάλειας. Μετά τη συμφωνία, τα έργα οχύρωσης των τειχών και της ενδυνάμωσης της άμυνας άρχισαν να προοδεύουν με γρήγορο ρυθμό και ήταν σαφές ότι προς το τέλος των προγραμματισμένων τροποποιήσεων, το νησί θα επανακτούσε τη χαμένη του στρατιωτική αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, εκτός του νησιού, οι πειρατές συνέχιζαν τις δραστηριότητές τους σε βάρος Γενουατικών πλοίων. Το 1516, ο Δομένικος Ιουστινιάνη στάλθηκε ως απεσταλμένος στο Σουλτάνο για να ανακτήσει ένα φορτίο και οι Μαονίτες χάρηκαν με τη διαλλακτική στάση των Τούρκων να το επιστρέψουν. Στη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν, οι σχέσεις μεταξύ των δυο πλευρών μπορούν να χαρακτηριστούν φιλικές και η συνεργασία στο εμπόριο της περιοχής ήταν ικανοποιητική με δεδομένο ότι οι Χιώτες είχαν πάρει άδεια εισαγωγής σιταριού από την Τουρκία. Ωστόσο, αυτά τα σημάδια καλής θέλησης δεν απότρεψαν τους Μαονίτες να συνεχίσουν τις προετοιμασίες για την άμυνα του νησιού με την ενίσχυση των τειχών και των άλλων οχυρώσεων του νησιού παρότι δεν υπήρχε άμεση ανάγκη.
Στο ίδιο διάστημα, οι δαπάνες της Μαόνα ήταν εκτός ελέγχου, υπό την έννοια ότι δεν ισοσταθμίζονταν από τα έσοδα του νησιού. Τα χρέη αυξάνονταν και η κατάσταση άρχισε να γίνεται επικίνδυνη. Οι κυβερνήτες της Χίου ζήτησαν βοήθεια και συμβουλές από τους ομολόγους τους στη Γένουα το 1522, αλλά η απάντηση που έλαβαν απέκλειε κάθε δυνατότητα περαιτέρω οικονομικής στήριξης και συνοδεύονταν από μια ισχυρή και μάλλον δεικτική σύσταση που τους προέτρεπε έντονα να μειώσουν τα έξοδα και να επιδείξουν την απαιτούμενη σοβαρότητα και την αναμενόμενη υπευθυνότητα που όριζαν οι περιστάσεις. Επίσης συνέστησαν στους Μαονίτες να είναι άκαμπτοι με τους οφειλέτες και με αυτούς που ήταν απείθαρχοι στο νόμο που εκπροσωπούσαν οι τοπικές αρχές, πριν να είναι πολύ αργά. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η σχέση μεταξύ της Μητέρας Πατρίδας και των Μαονιτών της Χίου έφτανε σε αδιέξοδο, καθώς η έλλειψη εμπιστοσύνης, ανεκτικότητας και σεβασμού είχε παγιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Εντωμεταξύ ένας νέος κυβερνήτης προσλήφθηκε, με έντονες συστάσεις να αποφύγει να προκαλέσει τους Τούρκους και να είναι ακριβής στην πληρωμή του φόρου στο Σουλτάνο. Τον συμβούλεψαν να διατηρήσει την έννομη τάξη και τη δικαιοσύνη και να αποτρέψει την κοπή υποτιμημένων νομισμάτων στο νησί. Επίσης, ενθαρρύνθηκε να ολοκληρώσει τα αμυντικά έργα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα τείχη κοντά στον Άγιο Φραγκίσκο και στις επάλξεις συγκεκριμένων πύργων.
Το 1522, ο Σουλεϊμάν ο Α', που είχε διαδεχθεί το Σελίμ τον Α' μετά το θάνατό του το 1520 έστρεψε την προσοχή του προς την κατάληψη της Ρόδου, η οποία βρισκόταν υπό τη διοίκηση των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ για παραπάνω από δυο αιώνες. Οργάνωσε ένα στόλο 300 πλοίων που μετέφερε 300.000 στρατιώτες, που αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Περαμπολίνο στη Ρόδο και ξεκίνησαν την πολιορκία, που κράτησε για έξι μήνες. Οι κάτοικοι της Ρόδου αντιστάθηκαν στη σφοδρή επίθεση αλλά τελικά ηττήθηκαν. Μέχρι το τέλος του χρόνου το νησί ήταν κάτω από τον Τουρκικό έλεγχο και παρέμεινε έτσι μέχρι το 1911, οπότε καταλήφθηκε από τους Ιταλούς. Αυτές οι ατυχείς εξελίξεις ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικές για την τύχη και τη μελλοντική προοπτική της Χίου, που ήταν τώρα η μόνη Γενουατική αποικία στην Ανατολή. Οι Χιώτες ήταν πλέον πεπεισμένοι σχετικά με την απληστία και την εχθρικότητα των άπιστων και έβλεπαν το τέλος τους να πλησιάζει.
Οι Τούρκοι ήταν πιο κοντά από ποτέ και είχαν διευκολυνθεί τα μέγιστα από την πολιτική αστάθεια στη Γένουα και σε όλη την Ιταλική χερσόνησο, αλλά και από τη διοικητική ανεπάρκεια και την έλλειψη κεφαλαίου που δοκίμαζε η Χίος. Την ίδια δεκαετία στην Ιταλία, μετά από μια σειρά πολιτικών αναταραχών μεταξύ του 1525 και του 1528, η Γένουα ελευθερώθηκε από τους Γάλλους το Σεπτέμβριο του 1528. Τα δυο πολιτικά κόμματα, που είχαν υποστηρίξει τη διοίκηση κάτω από την επιτήρηση του Δούκα του Μιλάνου αρχικά και του Βασιλιά της Γαλλίας μεταγενέστερα, καταργήθηκαν και απομακρύνθηκαν από τη δημόσια ζωή της Δημοκρατίας. Η Γένουα ήταν ξανά ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος που περιλάμβανε τις δυο Λιγυρικές ακτές (Riviera di Levante, Riviera di Ponente) καθώς και τη Σαβόνα εντός των συνόρων της (βλέπε χάρτη 2).
|