Η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ανατολική Μεσόγειο και η Τουρκική απειλή για τη Χίο. 1432-1453.
Το 1426, οι Μαονίτες είχαν εξοπλίσει γαλέρες στην υπηρεσία των Τούρκων και μετά την Βενετική επίθεση στη Χίο το 1431, οι Γενουάτες έστειλαν γράμμα στο Δούκα του Μιλάνου περιγράφοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη βοήθεια που είχαν λάβει από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Τον ίδιο χρόνο, ο Πάπας Ευγένιος ο Δ' πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει τη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στον αγώνα της για επιβίωση. Η σύνοδος συζήτησε την ένωση των Εκκλησιών κάτω από συγκεκριμένες δογματικές προϋποθέσεις, που έπρεπε να γίνουν αποδεκτές από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, που αντιπροσώπευε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος ο Η' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Όταν το ψήφισμα για την ένωση των Εκκλησιών εκδόθηκε, ο Πάπας έστειλε τέσσερις Βενετικές γαλέρες και τριακόσιους τοξότες για την άμυνα της Πόλης, δυνάμεις που δεν επαρκούσαν για την εκπλήρωση του σκοπού τους. Επίσης, απευθύνθηκε στους Γενουάτες ζητώντας τους να ενθαρρύνουν τους Μαονίτες να εξοπλίσουν και να στείλουν τις γαλέρες που διατηρούσαν για την άμυνα της Χίου στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γενουάτης Δόγης κατέληξε ότι δεν ήταν υπέρ των συμφερόντων των Μαονιτών να υποστηρίξουν την εκστρατεία του Πάπα και να αντιταχθούν στους Τούρκους, οι οποίοι προετοιμάζονταν για να πολιορκήσουν την Πόλη. Ο Δόγης σκέφτηκε ένα σοφό, διπλωματικό συμβιβασμό, που πολύ έξυπνα ισορροπούσε τα συμφέροντα των Μαονιτών και της Παπικής βούλησης να υπερασπιστεί τους Έλληνες χριστιανούς. Προέτρεψε τους Μαονίτες να συμφωνήσουν με την Παπική προτροπή και την ίδια στιγμή καθησύχασε τους Τούρκους λέγοντάς τους ότι τα πλοία που επρόκειτο να σταλούν ήταν για την προστασία και ασφάλεια των Γενουατικών συμφερόντων και του Γενουατικού πληθυσμού στο Πέραν. Η ίδια διαταγή στάλθηκε και στον Άρχοντα της Μυτιλήνης Ντορίνο Γατιλούζιο.
Εντωμεταξύ, η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη Σύνοδο της Φλωρεντίας ακυρώθηκε από τις έντονες αντιδράσεις που προέβαλαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης στις δογματικές υποχωρήσεις στις οποίες έπρεπε να προβούν οι Ορθόδοξοι βάσει του ψηφίσματος. Την ίδια ώρα που πολλοί πίστεψαν ότι μια νέα εποχή στρατιωτικών πρωτοβουλιών που θα οδηγούσαν σε μια νέα Σταυροφορία είχε ξεκινήσει. Η εκδίωξη των Τουρκικών δυνάμεων που είχαν προελάσει στην Ευρώπη ήταν απαραίτητη και ο Πάπας Ευγένιος ο Ε' έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον γι' αυτή την προοπτική, παρότι τα διαθέσιμα οικονομικά κονδύλια και το ενδιαφέρον για ένα τέτοιο εγχείρημα από πλευράς των Ιταλικών Δημοκρατιών και των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών δεν ήταν επαρκή. Στη νέα αποστολή του ‘Σταυρού κατά της Ημισελήνου’ ο Πάπας βρήκε κάποιους συμμάχους πρόθυμους να συνεισφέρουν στη άμυνα της Πίστης και των δικών τους συμφερόντων. Ο βασιλιάς της Πολωνίας και Ουγγαρίας Βλαδισλάβος, ο Ιωάννης Ουριάδης της Τρανσυλβανίας και ο Γεώργιος Καστριώτης (Σκετέρμπεης) άρχοντας της Αλβανίας προσφέρθηκαν να συμμετάσχουν το 1443.
Εντωμεταξύ, ο Πάπας είχε ήδη προετοιμάσει ένα Βενετικό στόλο διοικούμενο από τον Λουίτζι Λορεντάνο που υποσχέθηκε να εμποδίσει το Μουράτ το Β' να φέρει ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία στη Βαλκανική Χερσόνησο. Καθώς ο στόλος ήταν στα μέσα του ταξιδιού προς την Ανατολή το 1444, ο Δόγης της Γένοβας Ραφαήλ Αντόρνο έγραψε στις αρχές της Χίου σχετικά με την άφιξη του στόλου και συνέστησε στις Αρχές να καλωσορίσουν ευγενικά το στόλο χωρίς όμως να τους προσφέρουν ενισχύσεις λόγω του φόβου των Τούρκων. Στην πραγματικότητα οι Γενουάτες είχαν έμμεσα υποστηρίξει τους Τούρκους στις στρατιωτικές τους προετοιμασίες πριν από τη νικηφόρα για αυτούς μάχη της Βάρνας το 1444 με τη μεταφορά του Τουρκικού στρατού κατά μήκος των στενών του Ελλήσποντου κοντά στην Καλλίπολη.
Μετά το θάνατο του Μουράτ του Β' το Φεβρουάριο του 1451, ο μόλις 21 ετών γιος του Μωάμεθ ο Β' τον διαδέχθηκε στο θρόνο. Ο μικρός σε ηλικία Σουλτάνος έλαβε συγχαρητήρια μέσω των απεσταλμένων που στάλθηκαν από τη Χίο εκ μέρους των Μαονιτών που ήθελαν απεγνωσμένα να διατηρήσουν καλές διπλωματικές σχέσεις με τους Τούρκους. Οι προετοιμασίες για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης με τα αμυντικά έργα των Τούρκων στα Δαρδανέλια και στο Βόσπορο είχαν κυριολεκτικά τρομάξει τους Γενουάτες της Χίου που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, ώστε να αποφύγουν οποιαδήποτε τριβή με τους Τούρκους που θα οδηγούσε σε μια πιθανή επίθεση στο νησί. Έστειλαν δυο αντιπρόσωπους, τον Ιωάννη Ιουστινιάνη ντι Κάμπι και τον Ιωάννη Ιουστινιάνη Γκαμπριέλε, στη Γένουα σε μια προσπάθεια να πείσουν τη Δημοκρατία να τους βοηθήσει στις προετοιμασίες τους για την ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Η παράκληση των απεσταλμένων αγγελιοφόρων έγινε δεκτή από το Δόγη τον Ιούλιο του 1452 υπό την προϋπόθεση ότι οι Μαονίτες κάτοικοι της Γένουας έπρεπε να πάρουν όρκο ότι όλα τα μέτρα και οι αποφάσεις που θα λαμβάνονταν θα ήταν για το καλό της ασφάλειας του νησιού.
Τα Ευρωπαϊκά κράτη –για διάφορους λόγους- ήταν απρόθυμα να συμπαρασταθούν στις προσπάθειες του Πάπα Νικόλαου του Ε' να βοηθήσει τους Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στον αγώνα της για επιβίωση κατά των Τούρκων. Η ιδέα μιας νέας Σταυροφορίας είχε πια ξεθωριάσει και η δύναμη και ισχυρή θέληση του Μωάμεθ φαίνονταν ως αξεπέραστα εμπόδια για τους Χριστιανούς υπερασπιστές της Πόλης που δεν ήταν ενωμένοι λόγω δογματικών και πολιτικών διαφορών και σαφώς πολύ λιγότεροι σε αριθμό σε σχέση με τις επιτιθέμενες Τουρκικές ορδές. Οι Μαονίτες και οι Έλληνες της Χίου προσπάθησαν να συνεισφέρουν στην άμυνα της Πόλης στέλνοντας δυο πλοία και τετρακόσιους καλά εκπαιδευμένους άνδρες κάτω από τις οδηγίες του Γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόγγο. Το θέαμα των πλοίων αυτών, καθώς έμπαινε στο Αυτοκρατορικό λιμάνι με 400 άντρες με πλήρη εξοπλισμό, ήταν εντυπωσιακό.
Ο Ιουστινιάνης ήταν ένας ικανός και ταλαντούχος αρχηγός, όπως επίσης και ένας επαγγελματίας στρατιώτης, με εξαιρετικά διαπιστευτήρια καταγωγής, ο οποίος είχε προετοιμάσει αυτή την αποστολή με δική του πρωτοβουλία και έξοδα. Έφερε 700 καλά εκπαιδευμένους άνδρες συνολικά, 400 στρατολογημένους από τη Γένουα και άλλους 300 από τη Ρόδο και τη Χίο, που αποτελούσαν τη δύναμη πυρός της οικογένειας των Ιουστινιάνη. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ο Κ' γρήγορα αντιλήφθηκε τις ικανότητες του Ιουστινιάνη και τον προσέλαβε στη διοίκηση όλων των χερσαίων δυνάμεων και τον κατέστησε υπεύθυνο για τα πιο σημαντικά αμυντικά σημεία της πόλης συμπεριλαμβανομένης και της Πύλης του Ρωμανού (βλέπε φωτο ΙΙΙ). Σε αντάλλαγμα, του πρόσφερε το νησί της Λήμνου αν οι Οθωμανοί απωθούνταν επιτυχώς. Ο Ιουστινιάνης έμελλε να παίξει τον πιο μοιραίο ρόλο στην άμυνα της πόλης και στην τελική έκβαση της μάχης. Εκτός από τον ίδιο τον Ιουστινιάνη και τους στρατιώτες του, τρεις Γενουάτες, οι αδελφοί Αντόνιο, Πάολο και Τροΐλο Μποκιάρντο έφεραν ένα μικρό αριθμό ανδρών. Οι Καταλανοί προσέφεραν ένα τμήμα στρατού και ένας Καστιλιανός ευγενής ο Δον Φραγκίσκος του Τολέδο απάντησε στο κάλεσμα για βοήθεια.
Κατά τ’άλλα η στήριξη που ζητήθηκε από τους χριστιανούς της Δύσης δεν είχε κανενα ουσιαστικό αντίκρυσμα. Η απεγνωσμένη κραυγή βοήθειας από τους Βυζαντινούς αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία και συνάντησε έντονες διαφωνίες. Μια αίσθηση ανασφάλειας και προδοσίας είχε εξαπλωθεί ανάμεσα στους Έλληνες κατοίκους της Πόλης, παρότι ο Πάπας είχε προσπαθήσει, όσο μπορούσε, να οργανώσει μια Χριστιανική αποστολή για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης. ‘Λάβαμε τόση βοήθεια από τη Ρώμη όση θα μας έστελνε ο Σουλτάνος του Καΐρου’, τόνισε αργότερα με πικρία ο Γεώργιος Φραντζής, περιγράφοντας την κατάσταση που αφορούσε στη βοήθεια που προσφέρθηκε από τους Χριστιανούς ηγεμόνες. Οι Τούρκοι ήταν εξοπλισμένοι με το πιο εξεζητημένο βαρύ πυροβολικό της εποχής, ήταν πολύ περισσότεροι από τους αμυνόμενους και τελικά κατέκτησαν την Πόλη στις 29 Μαΐου του 1453, η οποία λεηλατήθηκε ανηλεώς λόγω κυρίως του υποκινούμενου θρησκευτικού φανατισμού και μίσους (βλεπε χαρτη 4). Ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε σε ένα καίριο σημείο της μάχης και αποχώρησε πριν την τελική έκβασή της αιμόφυρτος. Μεταφέρθηκε στη Χίο όπου λίγες μέρες μετά πέθανε. Η Πόλη παραδόθηκε στη μοίρα της μετά την αποχώρηση των Γενουατών από το πεδίο της μάχης, την οποία υπερασπίστηκε ο Αυτοκράτορας μέχρι τέλους.
|