Η σύμβαση της Μαονα μεταξύ της Κοινότητας της Γένουα και των πλοιοκτητών της αποστολής του ναυάρχου Βινιόζο.
Μετά την απόλυτη επιτυχία της αποστολής του ναυάρχου Βινιόζο, το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου άρχισε να πέφτει στα χέρια των Γενουατών, οι οποίοι χρειάζονταν να διαφυλάξουν τις αποικίες τους στη Μαύρη θάλασσα και στο Πέραν. Επιπλέον, στα μάτια του Καθολικού Χριστιανικού κόσμου, οι Γενουάτες είχαν σώσει ένα χριστιανικό νησί από τους άπιστους. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Ναύαρχος Βινιόζο έγινε δεκτός πίσω στη Γένουα στις 9 Νοεμβρίου του 1346 με μεγάλη τιμή για τη θριαμβευτική του αποστολή. Ωστόσο, άμεσα μετά την ολοκλήρωση της υποδοχής που το κράτος της Γένουας επεφύλασσε, οι πλοιοκτήτες που είχαν συμμετάσχει στην αποστολή αξίωσαν από την κυβέρνηση κάποια επιστροφή χρημάτων για τα προσωπικά έξοδα και μια αποζημίωση για τις απώλειες που είχαν υποστεί μαζί με το επιτόκιο που τους αντιστοιχούσε. Υπολόγισαν το σύνολο των 250.000 λιρών συν οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή που θα ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Δόγη και του Συμβουλίου του. Η πρότασή τους απορρίφθηκε χωρίς όρους και μετά από κουραστικές συζητήσεις μια συμφωνία επιτεύχθηκε που πήρε τη μορφή σύμβασης μεταξύ της κοινότητας της Γένουας και των πλοιοκτητών. Η συμφωνία υπογράφτηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1347 σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε στους συμμετέχοντες η εκμετάλλευση των περιοχών της Χίου και της Φώκαιας, τις οποίες είχαν κατακτήσει. Αυτή η συμφωνία οδήγησε στην οργάνωση της πρώτης εταιρείας με το όνομα Μαονα της Χίου στην οποία συμμετείχαν το Κράτος της Γένουα, η ένωση των πλοιοκτητών και μια ιδιωτική εμπορική εταιρεία και άλλοι φορείς της δημόσιας ζωής.
Η Μαόνα της Χίου ιδρύθηκε, γιατί η Γενουατική κυβέρνηση –λόγω της έλλειψης κεφαλαίων και πόρων- αδυνατούσε να αμυνθεί των αποικιών της στο εξωτερικό και να προστατεύσει τα συμφέροντα και των δυο εμπλεκόμενων πλευρών. Οι Μαονίτες θα μπορούσαν να αντλήσουν τα κέρδη τους από τους φόρους και τα εμπορικά έσοδα όπως επίσης και από τη γεωργική και βιοτεχνική εκμετάλλευση του νησιού. Από την άλλη, το Γενουατικό κράτος είχε το προνόμιο να διατηρεί μια εξαιρετική ναυτική και εμπορική βάση για τις ναυτικές επιχειρήσεις, αλλά και τις αποικίες του στη Μαύρη Θάλασσα και να έχει κάτω από τον έλεγχό του ένα γόνιμο νησί χωρίς να χρειάζεται να πληρώσει κάτω από ομαλές συνθήκες για τη συντήρηση και τη διοίκησή του. Όλα τα εισοδήματα που αντλούσαν από την εκμετάλλευση του νησιού οι Μαονίτες ήταν στη διάθεσή τους σε αντάλλαγμα της προηγούμενης δαπάνης κεφαλαίου που είχαν προβεί, αλλά και ως επιτόκιο του χρέους που είχε το κράτος προς αυτούς, το οποίο είχε και τη μορφή αμοιβής για τις πολιτικές υπηρεσίες που πρόσφεραν στη Γένουα.
Ήταν αναμενόμενο οι Βυζαντινοί να μην επέτρεπαν στους Γενουάτες να παραμείνουν ως αδιαφιλονίκητοι κυρίαρχοι στη Χίο για πολύ. Όταν το Φεβρουάριο του 1347 ο Ιωάννης Καντακουζηνός ο 6ος πήρε την εξουσία, επέδειξε μεγάλη αποφασιστικότητα να επανακτήσει όλες τις Αυτοκρατορικές κτήσεις σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει περισσότερους πόρους για το θησαυροφυλάκιό του. Ο ανταγωνισμός για τα οικονομικά οφέλη που αντλούσαν από την εκμετάλλευση της Χίου και μερικές παλιές πολιτικές διαφορές μεταξύ Γενουατών και Βυζαντινών, εξώθησαν τον Αυτοκράτορα να στείλει πρεσβεία στη Γένουα ώστε να αξιώσει την επανάκτηση της Χίου. Η Γενουατική κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα στο νησί, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι δυνάμεις της δεν ήταν αρκετές να εκδιώξει τους Μαονίτες. Η κατάκτηση της Χίου σύμφωνα με τους Γενουάτες ήταν προϊόν ιδιωτικής πρωτοβουλίας και το κράτος εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει την κυριότητα του νησιού για περιορισμένο χρονικό διάστημα στους πολίτες που συμμετείχαν στην επιχείρηση. Αυτά τα επιχειρήματα απέτυχαν να εντυπωσιάσουν τον Αυτοκράτορα που αναφέρθηκε στη συνθήκη του Νυμφαίου από την οποία η Γενουατική κυβέρνηση είχε υποσχεθεί να αποφύγει πολεμικές πράξεις κατά της Αυτοκρατορίας.
Μια συμφωνία επιτεύχθηκε τελικά που αναγνώριζε την κυριαρχία του Αυτοκράτορα στη Χίο χωρίς να μεταβάλονται τα δικαιώματα της Γενουατικής κοινότητας στο νησί που θεωρούσε τη Χίο ως βασίλειο μεικτό και αμιγές μαζί (imperum merum et mixtum) δημιουργώντας έτσι μια ιεραρχία που αποτελούνταν από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, τη Γενουατική κοινότητα και τη Μαόνα. Ο Αυτοκράτορας συμφώνησε να επιτρέψει στους Μαονίτες να διατηρήσουν στην κατοχή τους την πόλη του νησιού υπό τον όρο να του πληρώσουν μια ετήσια εισφορά 12.000 υπέρπυρων και να κυματίζουν τη σημαία του από τις οχυρώσεις τους. Το υπόλοιπο του νησιού συμφωνήθηκε να ανήκει στον Αυτοκράτορα και να κυβερνιέται από έναν Έπαρχο πιστό στον Αυτοκράτορα, παρότι η Μαονα μπορούσε να εκμεταλλεύεται τα εισοδήματα του νησιού. Ο Έλληνας Ορθόδοξος Επίσκοπος έπρεπε να διορίζεται από τον Πατριάρχη και το όνομα του Αυτοκράτορα έπρεπε να μνημονεύεται σε όλες τις λειτουργίες. Τελικά, οι νομικές διαφορές έπρεπε να λυθούν με τη βοήθεια Ελλήνων και Γενουατών δικαστών που θα λειτουργούσαν μαζί σε ένα ενιαίο δικαστικό σώμα.
Η συμφωνία δεν έγινε αποδεκτή με ικανοποίηση από τον Βινιόζο και νέες διαφωνίες ξεκίνησαν με τον Καλογιάννη Ζιβό, ο οποίος ανέλαβε στρατιωτική δράση κατά των Γενουατών διακηρύσσοντας την πίστη του στον Αυτοκράτορα. Ο Ζιβός πολιόρκησε την πόλη και οι Γενουάτες εξαναγκάστηκαν να αποσυρθούν εντός των τειχών. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων οι Γενουάτες υπέστησαν πολλές απώλειες μέσα στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και ο τραυματισμός του Βινιόζο. Οι Μαονιτες εξασφάλισαν ενισχύσεις από θαλάσσης και κατά τη διάρκεια των επικείμενων μαχών ο Ζιβός σκοτώθηκε από ένα βέλος που διαπέρασε την καρδιά του, ένα γεγονός που τερμάτισε την επίθεση κατά των Γενουατών. Εντωμεταξύ, η Βενετία είχε αρχίσει την αντίδραση της κατά της τάσης των Γενουατών να μονοπωλήσουν το εμπόριο της Ανατολής με την κατοχή της Χίου, του Καφφά, της Φώκαιας και του Πέραν (βλέπε χάρτη 2).
Εχθροπραξίες ξέσπασαν στο Αιγαίο μεταξύ των δυο αντιπάλων εμπλέκοντας από τη πλευρά της Βενετίας τον Πέτρο τον Δ', βασιλιά της Αραγωνίας και τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό τον ΣΤ'. Τον Οκτώβριο του 1350 ο Γενουατικός στόλος λεηλάτησε το λιμάνι της Χαλκίδας που ήταν στην κατοχή των Βενετών και ο Βενετικός στόλος επιτέθηκε στη Χίο αμέσως μετά το γεγονός αυτό. Τον Απρίλιο του 1351, οι Βενετοί επιτέθηκαν στη Γενουατικη αποικία του Πέραν ακολουθούμενοι από έναν απεσταλμένο που παρουσιάστηκε στον Αυτοκράτορα και του πρότεινε να συμμαχήσει μαζί τους κατά της Γένουα. Μετά την απόσυρση των Βενετών, οι Γενουάτες βομβάρδισαν την Κωνσταντινούπολη και ο Αυτοκράτορας δέχθηκε τη συμμαχία με τη Βενετία, η οποία πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 1351. Μετά από αυτά τα γεγονότα ο Αυτοκράτορας πείστηκε ότι ήταν δίκαιο να προβεί στην ανακατάληψη του νησιού δια της βίας και προσέφερε την υποστήριξή του στους Βενετούς υπό τον όρο ότι, αν γινόταν η ανάκτηση της Χίου, τότε αυτή θα έπρεπε να περιέλθει στην Αυτοκρατορία. Οι Βενετοί αρνήθηκαν να βοηθήσουν τον Αυτοκράτορα στη επανάκτηση της Χίου, γιατί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχαν συμμαχήσει με τους Γενουάτες για να πολεμήσουν τους Τούρκους.
|