Η εκστρατεία των Γενουατών στη Χίο και η κατάκτηση του νησιού το 1346.
Το 1345 η Ναυτική Δημοκρατία της Γένουας βρισκόταν σε μια μεταβατική πολιτική περίοδο που χαρακτηριζόταν από πολλές κοινωνικο-πολιτικές αναταραχές. Η πρόσφατη παραίτηση του Δόγη Συμεών Μποκανέγκρα στις 23 Δεκεμβρίου είχε δημιουργήσει αναστάτωση μεταξύ των πολιτών εντός των τειχών της πόλης (intrinseci) και των επαναστατών (estrinseci) εκτός των τειχών (βλεπε χαρτη 1). Το πολιτικό κόμμα των Λαϊκών, που την περίοδο εκείνη εκπροσωπούσε τους περισσότερους πολίτες στη Γένουα κατάφερε να κερδίσει τον έλεγχο της κατάστασης και να εκλέξει δυο μέρες μετά την παραίτηση Μποκανέγκρα –ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1345- νέο Δόγη, ο οποίος ανακηρύχθηκε στο αξίωμά του στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λαυρεντίου (βλέπε φωτο 1) με τη σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας. Ο νέος Δόγης Ιωάννης Μούρτα ήταν ένας άνδρας που διέθετε πολιτική φήμη, συνετός και καλλιεργημένος, με εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, που αμέσως μετά την εκλογή του ανέλαβε δράση όπως απαιτούσαν οι πολιτικές συνθήκες.
Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να εισβάλουν εντός των τειχών και να καταλάβουν τα προάστια της Γένοβας –λόγω της στρατιωτικής μεσολάβησης των λαϊκών- οι διωκόμενοι estrinseci που ήταν κάτω από τις οδηγίες ευγενών οικογενειών, συμφώνησαν σε ανακωχή τον Ιούνιο του 1345 με τη σύμφωνη γνώμη και επίβλεψη του Λόρδου του Μιλάνου Βισκόντι και τη μεσολάβηση του Παπικού Λεγάτου. Οι όροι της συμφωνίας ειρήνης υπογράφτηκαν από το Δόγη και τους εξόριστους επαναστάτες στους οποίους πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δόθηκε αμνηστία. Οι όροι της αμνηστίας επέτρεπαν στους πρώην εξόριστους να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να αναλάβουν εκ νέου τις περιουσίες τους. Έτσι, η ειρήνη και η σταθερότητα επανήλθαν στην ακτή του Πονέντε (Δυτική ακτή της Λιγουρίας) με μόνες εξαιρέσεις τις περιοχές του Μονακό και του Ροκαμπρούνο, που παρέμειναν κάτω από τον έλεγχο της οικογένειας των Γκριμάλντι (βλεπε φωτο 2), που τα χρησιμοποίησε για πολύ καιρό ως καταφύγιο και ορμητήριο προστασίας των συμφερόντων εξόριστων μελών της Γενουατικης αριστοκρατίας.
Στις αρχές του 1346, ο Δόγης και το Συμβούλιο του πληροφορήθηκαν ότι οι εξόριστοι στο Μονακό (βλεπε χαρτη 2) είχαν καταφέρει να επανδρώσουν στόλο αποτελούμενο από 30 γαλέρες και να οργανώσουν στρατό δέκα χιλιάδων ανδρών. Η αντίδραση της κυβέρνησης της Γένουας ήταν άμεση. Αποφάσισαν –ως μέτρο προστασίας- να εξοπλίσουν γαλέρες υπό τις οδηγίες μιας διορισμένης εκτελεστικής επιτροπής. Η επιτροπή κάλεσε πολίτες που ήταν διατεθειμένοι να χρηματοδοτήσουν από μόνοι τους την αποστολή κατά των εξόριστων του Μονακό, οι οποίοι δέχθηκαν να εξοπλίσουν και να στελεχώσουν τις γαλέρες με δικά τους έξοδα, δοθέντος ότι το δημόσιο ταμείο δεν μπορούσε να αναλάβει το κόστος των προετοιμασιών. Μετά από διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους της συμφωνίας και τις απαραίτητες προκαταβολές που δόθηκαν ως εγγυήσεις για την εκπλήρωση της υπόσχεσης και υποχρέωσής τους, 29 πολίτες (τρεις ευγενείς και 26 λαϊκοί) δέχθηκαν την πρόκληση να συμμετάσχουν με δικό τους κόστος και παρουσιάστηκαν προ της επιτροπής, η οποία κατέληξε στην εκπόνηση του σχεδίου της στελέχωσης και οργάνωσης των 29 γαλέρων.
Η διοίκηση του στόλου δόθηκε στο Συμεών Βινιόζο, ένα γενναίο και λαοφιλή άνδρα που έλαβε τα σκήπτρα της επιχείρησης από το Δόγη στην Πλατεία του Αγίου Λαυρεντίου (San Lorenzo) με την παρουσία ενός πλήθους κόσμου στις 22 Ιανουαρίου του 1346. Στις 24 Απριλίου του ίδιου χρόνου, η αρμάδα των Γενουατών κατέπλευσε από το λιμάνι της πόλης με σκοπό να καταδιώξει τους επαναστάτες και να εκπληρώσει την αποστολή της. Οι εξόριστοι του Μονακό, μόλις πληροφορήθηκαν την αναχώρηση του στόλου, διέφυγαν μέσω της θαλάσσιας οδού με σκοπό να βρουν καταφύγιο στη Μασσαλία (βλεπε χαρτη 2). Η απόδραση των επαναστατών κατέστησε άχρηστη τη μεσολάβηση του στόλου, ο οποίος είχε οργανωθεί αποκλειστικά για την εκδίωξή τους δημιουργώντας έτσι την υποχρέωση της αποζημίωσης των εξόδων στην κυβέρνηση της Γένουας. Η πληρωμή της εγγύησης και της αποζημίωσης στους πλοιοκτήτες ήταν όμως πέραν των δυνατοτήτων του Δημόσιου ταμείου. Από την άλλη όμως, μια οριστική άρνηση καταβολής έστω ενός μέρους των εξόδων θα δημιουργούσε έντονη αντίδραση και μια έλλειψη εμπιστοσύνης στο κράτος, η οποία θα απέτρεπε πολλούς Γενουάτες στο μέλλον να βοηθήσουν με παρόμοιες πρωτοβουλίες τη Δημοκρατία.
Γι’αυτό το λόγο, προτάθηκε να μη διαλυθεί ο στόλος, αλλά να αλλάξει ο προορισμός και ο στόχος δράσης του. Αποφάσισαν να στείλουν το στόλο σε νέα αποστολή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η νέα διαταγή ήταν να επιτηρήσουν τις Γενουατικές κατακτήσεις και να βοηθήσουν την άμυνα του Καφφά που πολιορκούσαν οι Τάρταροι (βλέπε χάρτη 2). Ο στόλος παρέμεινε υπό τις διαταγές του ναύαρχου Βινιόζο, ο οποίος κατέπλευσε για την Ανατολή στις 3 Μαΐου του 1346. Στην πορεία, ο στόλος έφτασε στην Τερρατσίνα που παραδόθηκε στο Κοινό των Γενουατών και απελευθέρωσε την πόλη Σέσσα πριν να φτάσει στην Εύβοια στις 8 Ιουνίου του 1346 (βλέπε χάρτη 2). Εκεί ο Γενουατικός στόλος συνάντησε πλοία ναυλωμένα από τον Πάπα και υπό τις διαταγές ενός μετριότατου ναυάρχου ονόματι Ουμβέρτου Ντελφίνι, ο οποίος είχε την πρόθεση να συνεχίσει το έργο του Μαρτίνου Ζαχαρία, που είχε καταλάβει τη Σμύρνη το 1344. Πίστευε ότι η Χίος θα αποτελούσε μια πρώτης τάξεως βάση για τις επιχειρήσεις στη Σμύρνη και γι’αυτό το λόγο ζήτησε την άδεια του Παπα Κλημεντίου του 6ου να καταλάβει το νησί της Χίου για τρία χρόνια. Στο μεταξύ όμως ο Βινιόζο είχε παρέμβει και ο Ντελφίνι του ζήτησε να συνεργαστούν, πράγμα το οποίο ο Βινιόζο αρνήθηκε, αντιπαραθέτοντας ότι η Χίος ήταν Γενουατικη αποικία, η οποία είχε περιστασιακά περάσει στην επιρροή των Βυζαντινών με δόλιο τρόπο, ένα επιχείρημα που δεν αλήθευε, γιατί ο Ζαχαρία είχε δεχθεί τη Βυζαντινή κυριαρχία στο νησί. Ο Ουμβέρτος Ντελφίνι στην προσπάθειά του να πείσει το Βινιόζο αποπειράθηκε ακόμα και να τον δωροδοκήσει με το ποσό των 10,000 χρυσών φλορινιών που του πρόσφερε συν το ποσό των 50,000 φλορινιών που πρότεινε στους πλοιοκτήτες, που συμμετείχαν. Και οι δυο ‘προσφορές’ απορρίφθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο Βινιόζο αποφάσισε να πλεύσει προς τη Χίο, εκμεταλλευόμενος την πολιτική κρίση στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών που είχαν ακολουθήσει το θάνατο του Ανδρόνικου του 3ου. Αρχικά, ο Βινιόζο έστειλε τρεις γαλέρες πριν την άφιξη του στόλου στο νησί, για να καταδικάσουν την εμπλοκή του Ουμβέρτου και να προστατέψουν το νησί και τον κυβερνήτη του Καλογιάννη Ζιβό, με την προϋπόθεση η σημαία του Αγίου Γεωργίου, -προστάτη της Γένουας και συμβόλου της κυριαρχίας της- να κυματίσει στο φρούριο της Πόλης της Χίου και όλων των οχυρώσεων του νησιού. Ο Ζιβός, δρώντας εκ μέρους των Ελλήνων ευγενών που κυβερνούσαν ουσιαστικά το νησί, απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόταση των Γενουατών και δήλωσε έτοιμος να αποκρούσει κάθε επίθεση σε βάρος του.
Ο ναύαρχος Βινιόζο κατέπλευσε στη Χίο στις 15 Ιουνίου και έδωσε διαταγή για επίθεση, αλλά καθώς έμπαινε στο λιμάνι ο στόλος συνάντησε τις πρώτες αντιδράσεις της Χιακής αντίστασης με τη μορφή βελών, πετρών και ακοντίων. Παρόλα αυτά, οι Γενουάτες κατάφεραν να κατασκευάσουν μια πλωτή γέφυρα, η οποία εξασφάλιζε την πρόσβασή τους στην πόλη της Χίου από τη θάλασσα.
Ταυτόχρονα, η πόλη δέχθηκε επίθεση από την ξηρά από ένα σώμα οπλιτών που προχώρησε μέχρι το εσωτερικό της, όπου ξέσπασαν βίαιες οδομαχίες, με τους Έλληνες να μάχονται γενναία και να προξενούν βαριές απώλειες (πεντακοσίων ανδρών) στους Γενουάτες που μέχρι όμως το τέλος της ημέρας είχαν καταφέρει να κατακτήσουν την πόλη.
Στις μέρες που ακολούθησαν, οι Γενουάτες αποβιβάστηκαν στο ακρωτήριο της Μαστίχας και κατέλαβαν έξι κοντινές οχυρώσεις. Μέχρι τις 21 Ιουνίου του 1346 όλο το νησί -εκτός από το φρούριο της πόλης- ήταν υπό Γενουάτικη διοίκηση. Ο Ζιβός είχε αποσυρθεί με τη φρουρά του στο εσωτερικό του κάστρου περιμένοντας τη Γενουάτικη επίθεση. Η είσοδος του λιμανιού είχε απομονωθεί με αλυσίδα κατά μήκος της και οι άνδρες του Βινιόζο είχαν κατασκευάσει κατά μήκος των τειχών έναν περιβάλλοντα τοίχο πολύ υψηλότερο από τα οχυρωματικά έργα και τις επάλξεις, που εκτείνονταν από το χείμαρρο κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ισιδώρου μέχρι την είσοδο του λιμανιού. Έτσι ο Ζιβός και οι υπερασπιστές του ήταν αποκομμένοι από τον έξω κόσμο δια ξηράς και θαλάσσης. Μέχρι τις 12 του Σεπτέμβρη του 1346, η φρουρά είχε υποκύψει στην πείνα και υποχρεώθηκε να παραδοθεί και να υπογράψει συμφωνία ανακωχής μέσα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Φρουρίου, η οποία διευθετούσε τις σχέσεις μεταξύ των Γενουατών και των Ελλήνων της Χίου (βλεπε χαρτη 3).
Σε αντάλλαγμα της παράδοσης του φρουρίου, η Γενουατική κοινότητα δέχθηκε τον Ζιβό ως πολίτη της Γενουατικής Δημοκρατίας, ενώ ο Ζιβός υποσχέθηκε να παραμείνει πιστός στο Κοινό των Γενουατών. Επιπλέον ο Ζιβός διατήρησε το δικαίωμα του να ασκεί πολιτική εξουσία, το οποίο του είχε παραχωρηθεί από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα με χρυσόβουλο πρόσταγμα, με τη μόνη διαφορά ότι είχε την υποχρέωση να αναγνωρίσει ως αρχή το κοινό των Γενουατών αντί για τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Του παραχωρήθηκε επίσης απόλυτη ελευθερία κινήσεων και του δόθηκε αμνηστία για ό,τι είχε πράξει στο παρελθόν κατά των Γενουατών. Του επιτράπηκε ακόμα να κρατήσει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, που είχε περιέλθει στην κατοχή του ως κληρονομιά ή κατόπιν αγοραπωλησίας, συμπεριλαμβανομένου και του μοναστηριού της Παναγίας της Σικελιάς (βλέπε φωτο 3) που ήταν κάτω από την προστασία του. Ο Ζιβός έλαβε επίσης ετήσιο μισθό 7,000 υπέρπυρων νομισμάτων, που θα του καταβάλλονταν από τα εμπορικά έσοδα του νησιού σε τρεις δόσεις. Επιπλέον ο Ζιβός μαζί με τον αδερφό του Κώστα και τον ανιψιό του Μιχαήλ Κορέσση εξαιρέθηκαν δια βίου από κάθε είδους φορολογίας. Σε όλους τους Έλληνες δόθηκε αμνηστία, οι οποίοι διατήρησαν και συνέχισαν να κατέχουν νόμιμα όλη την κινητή και ακίνητη παρουσία τους, με τη μόνη διαφορά ότι θα έπρεπε να μείνουν πιστοί στο Κοινό των Γενουατών και όχι στον Αυτοκράτορα. Το ίδιο ίσχυσε και για τον Κλήρο, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες, τα οποία υπόκεινταν στο διακριτικό έλεγχο των Γενουατών με τον Ελληνικό πληθυσμό να διατηρεί την ελευθερία να ασκεί ανενόχλητα τα θρησκευτικά του καθήκοντα και να διατηρεί τα ήθη και τα έθιμά του.
Τέσσερις μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας στη Χίο, ο ναύαρχος Βινιόζο κατέπλευσε στη Φώκαια, την οποία κυβερνούσαν οι οικογένειες των Ζαχαρία και των Καττάνεο μετά την επανάκτηση της από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Γ' το 1336. Οι κάτοικοι υπό τις οδηγίες του Λέοντα Πατρονά αρνήθηκαν να παραδοθούν, αλλά οι Γενουάτες κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση τους μέσα σε τέσσερις ώρες πολιορκίας και να υπογράψουν σύμφωνο παράδοσης αμέσως μετά. Η Παλαιά και η Νέα Φώκαια (εννέα χλμ βορειοανατολικά της Παλαιάς, βλεπε χαρτη 2 ) ήταν πλέον υπό τον έλεγχο των Γενουατών και ο Βινιόζο διόρισε τον Καλογιάννη Ζιβό κυβερνήτη (Podesta’) και των δυο αυτών περιοχών. Ο Γενουατικός στόλος απέπλευσε από τη Χίο μεταξύ 8-10 Οκτωβρίου χωρίς να παρενοχληθεί από τον Αυτοκρατορικό στρατό υπό τις διαταγές του Θεοφύλακτου, ο οποίος το μόνο που κατάφερε ήταν να αιχμαλωτίσει μερικά Γενουατικά εμπορικά πλοία.
|