Η παρουσία των Γενουατών στο Αιγαίο μετά την τέταρτη σταυροφορία του 1204. Οι Γενουατικές κατακτήσεις στην Ανατολή και ο ρόλος των Βυζαντινών στην εγκατάσταση αυτών των αποικιών στην ευρύτερη περιοχή.
Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Λατίνους της τέταρτης σταυροφορίας, η Δημοκρατία της Γένουας γνώρισε μια σημαντική ήττα σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Η κυριαρχία της Βενετίας ενδυναμώθηκε στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου από το γεγονός ότι πρώην περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά και θαλάσσιες οδοί περιήλθαν στην κυριαρχία της Γαληνότατης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία δημιούργησε αποικίες και εμπορικά κέντρα στρατηγικής σημασίας όπως η Κρήτη και η Νάξος, που την διευκόλυναν σε μεγάλο βαθμό στην επικράτηση έναντι των παραδοσιακών αντιπάλων και ανταγωνιστών της στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αντίθεση με τους Βενετούς, οι Γενουάτες εκδιώχθηκαν από Ρωμανία (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) χάνοντας τα εμπορικά τους κέντρα και κυρίως το Πέραν που τους είχε παραχωρηθεί μαζί με εμπορικά προνόμια από τους τελευταίους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες. Η Γένοβα προσπάθησε να αμφισβητήσει τη Βενετική επικράτηση στην ευρύτερη περιοχή με μια σειρά στρατιωτικών αποστολών στην Κέρκυρα και στην Κρήτη, οι οποίες οργανώθηκαν από τον Λέοντα Βετράνο και τον Ερρίκο Πεσκατόρε αντιστοίχως. Μέχρι το τέλος του 1218 και τη συνθήκη που υπογράφτηκε τον ίδιο χρόνο, η Γένοβα είχε καταφέρει να ανακτήσει τα δικαιώματα στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.
Ωστόσο, η παρουσία και η ηγεμονία της Βενετίας στην περιοχή, υποβοηθούμενη από την πολιτική κατάσταση στη νεοσύστατη Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης (μετά την Δ' Σταυροφορία το 1204), είχε ήδη αναστείλει τις εμπορικές δραστηριότητες των Γενουατών που είχαν χάσει έδαφος στο ναυτικό ανταγωνισμό και στον αγώνα επικράτησης στο Αιγαίο. Οι Γενουάτες προσπάθησαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου- τα εναπομείναντα κέντρα Βυζαντινής εξουσίας- και κατόρθωσαν τελικά με τη συνδρομή του Ιωάννη Βατατζή να κατακτήσουν τη Ρόδο, ένα κορυφαίας σημασίας λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου. Η συνθήκη του Νυμφαίου και οι παραχωρήσεις του Μιχαήλ Παλαιολόγου του Η' επανέφεραν τους Γενουάτες στην περιοχή παρότι οι Βυζαντινές δεσμεύσεις έναντι των Γενουατών δεν τηρήθηκαν στο ακέραιο. Η συμφωνία των δυο πλευρών περιείχε τον όρο ότι οι υπό ανακατάληψη περιοχές στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Κασσάνδρια, την Κρήτη, την Εύβοια, τη Χίο και τη Μυτιλήνη θα αποδίδονταν στο Βασιλέα και Αυτοκράτορα των Ρωμαίων.
Μέχρι το τέλος του πρώτου μισού του 14ου αιώνα, ο ανταγωνισμός για τη διαίρεση των ζωνών επιρροής στο Αιγαίο μεταξύ Βενετίας και Γένοβας είχε κορυφωθεί. Οι Βένετοί επικρατούσαν στις θαλάσσιες οδούς μέχρι τα στενά των Δαρδανελίων, στις Δαλματικές ακτές και στα Ιόνια νησιά. Σε αντιπαράθεση, οι Γενουάτες είχαν υπό την κυριαρχία τους τον έλεγχο των Ανατολικών ακτών και νησιών του Αιγαίου, που αποτελούσαν μια εναλλακτική δίοδο για πρόσβαση στην Κωνσταντινούπολη και τα εμπορικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής της Ανατολίας. Έτσι άρχισε να παγιώνεται η παρουσία των Γενουατών στο Ανατολικό Αιγαίο. Η επικράτηση της Γένουας στην περιοχή διευκολύνθηκε από την πολιτική και στρατιωτική ανικανότητα των Βυζαντινών, οι οποίοι επέδειξαν ανοχή στην παρουσία των Λατίνων στη Βαλκανική και στις Δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, που μέχρι πρότινος αποτελούσαν αδιαπραγμάτευτες Βυζαντινές επαρχίες. Η συνύπαρξη Λατίνων και Ελλήνων, μπορεί να χαρακτηριστεί με τα νέα δεδομένα της εποχής ως αναπόφευκτη, δοθέντος ότι ο άμεσος στόχος των Βυζαντινών ήταν η πολιτική τους επιβίωση, που προέκυψε ως ανάγκη μετά την παρακμή μεταξύ του 11ου και 13ου αιώνα. Η πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τους δυο αυτούς αιώνες επιδεινώθηκε με τα τραγικά αποτελέσματα της Τετάρτης Σταυροφορίας και την παγίωση των Οθωμανών Τούρκων στη Μικρά Ασία.
|